Παρασκευή 28 Δεκεμβρίου 2012

Τυπική ευχή και θυσία Ελλήνων προς τους θεούς


Στην Δ’ ραψωδία της Οδύσσειας, στίχος 759 – 766, βλέπουμε μια τυπική ευχή των Ελλήνων προς τους θεούς : βλέπουμε την Πηνελόπη να (προσ)εύχεται στην Αθηνά για να σώσει τον υιό της Τηλέμαχο από τους Μνηστήρες που ετοιμάζονται να τον σκοτώσουν σε ενέδρα που θέλουν να του στήσουν καθώς αυτός επιστρέφει από την ιερή Πύλο που είχε πάει να ρωτήσει τον Νέστωρα για την τύχη του πατέρα του. Αναφέρει λοιπόν ο Όμηρος :

«Εκείνη αφού λούσθηκε, καθαρά στο σώμα φόρεσε ρούχα,

και στο υπέρωον ανέβηκε με τις θεραπαινίδες,

έθεσε κάνιστρο με σιτάρι, και προσευχήθηκε στην Αθηνά.

“Άκουσε με, του Διός που έχει την αιγίδα τέκνον, Ατρυτώνη,

αν ποτέ ο πολύβουλος στα μέγαρα Οδυσσεύς

ή βοδιού ή προβάτου παχιού μηρούς σου έκαυσε,

αυτά τώρα θυμήσου μου, και τον προσφιλή μου υιό σώσε,

τους δε μνηστήρες διώξε που κακώς υπερανδρίζονται”.-

ἡ δ᾽ ὑδρηναμένη, καθαρὰ χροῒ εἵμαθ᾽ ἑλοῦσα,

εἰς ὑπερῷ᾽ ἀνέβαινε σὺν ἀμφιπόλοισι γυναιξίν,

ἐν δ᾽ ἔθετ᾽ οὐλοχύτας κανέῳ, ἠρᾶτο δ᾽ Ἀθήνῃ·

“κλῦθί μευ, αἰγιόχοιο Διὸς τέκος, Ἀτρυτώνη,

εἴ ποτέ τοι πολύμητις ἐνὶ μεγάροισιν Ὀδυσσεὺς

ἢ βοὸς ἢ ὄϊος κατὰ πίονα μηρία κῆε,

τῶν νῦν μοι μνῆσαι καί μοι φίλον υἷα σάωσον,

μνηστῆρας δ᾽ ἀπάλαλκε κακῶς ὑπερηνορέοντας“.».


η θυσία του Νέστορα στην Αθηνά
Στην Γ’ ραψωδία της Ομηρικής Οδύσσειας υπάρχει η περιγραφή τόσο μιας  τυπικής ευχής όσο και μιας θυσίας  στην Αθηνά εκ μέρους του Γερήνιου ιππότη Νέστωρα και των υιών του, οι «Ἐχέφρων τε Στρατίος τε Περσεύς τ᾽ Ἄρητός τε καὶ ἀντίθεος Θρασυμήδης. τοῖσι δ᾽ ἔπειθ᾽ ἕκτος Πεισίστρατος ἤλυθεν ἥρως – ο Εχέφρων και ο Στράτιος και ο Περσεύς και ο Άρητος και ο ισόθεος Θρσυμήδης. Έπειτα από αυτούς εκτός ο Πεισίστρατος ήλθε ο ήρωας».



«Αλλά, άνασσα, δείξε μου και δώσε μου κλέος εσθλό

σε μένα και τα παιδιά μου και την αιδομένη σύγκοιτη,

και εγώ πάλι θα σου θυσιάσω βόδι χρονιάρικο ευρυμέτωπον,

αδάμαστο, που ουδέποτε υπό τον ζυγό έβαλεν άνδρας.

Αυτό εγώ θα σου θυσιάσω με χρυσό τα κέρατα αφού περιχύσω.

- ἀλλά, ἄνασσ᾽, ἵληθι, δίδωθι δέ μοι κλέος ἐσθλόν,

αὐτῷ καὶ παίδεσσι καὶ αἰδοίῃ παρακοίτι·

σοὶ δ᾽ αὖ ἐγὼ ῥέξω βοῦν ἤνιν εὐρυμέτωπον,

ἀδμήτην, ἣν οὔ πω ὑπὸ ζυγὸν ἤγαγεν ἀνήρ·

τήν τοι ἐγὼ ῥέξω χρυσὸν κέρασιν περιχεύας». (σ. 380 – 384).



Αφού λοιπόν είδαμε μια τυπική ευχή των Ελλήνων προς την Αθηνά, ας δούμε το τυπικό τελέσεως της θυσίας :



«Και ανάμεσα τους μύθους άρχισε ο Γερήνιος ιππότης Νέστωρ.

“Στο άρπα, τέκνα προσφιλή, κάμετέ μου την χάριν,

ώστε πρώτιστα από τους θεούς να εξιλεωθώ στην Αθηνά,

που εναργής μου ήλθε στου θεού το θαλερό τραπέζι.

Αλλά μπρος ένας στο πεδίο για βόδι να πάει, ώστε τάχιστα

να έλθει, και να το φέρει των βοών βουκόλος άνδρας.

Κι ένας στου μεγαλόθυμου Τηλέμαχου την μελανή νήα

πάντας πηγαίνοντας τους εταίρους να άγει, και να αφήσει μόνο δύο.

Κι ένας πάλι τον χρυσοχόο Λαέρκην εδώ ας καλέσει

να έλθει, στου βοός τα κέρατα χρυσό να περιχεύση.

Οι άλλοι μένετε αυτού όλοι μαζί, και πείτε μέσα

στις δούλες στα ευκλεή δώματα τραπέζι να ετοιμάσουν,

έδρανα και ξύλα γύρω και αγλαό να φέρουν ύδωρ”.

Έτσι είπε, και πάντες ξεπνεώνονταν. Ήλθε λοιπόν ο βους

Εκ πεδίου, ήλθαν και εκ της ταχείας νηός

Του μεγαλόκαρδου Τηλεμάχου οι εταίροι, ήλθε και χαλκεύς

Όπλα στα χέρια έχων χάλκινα, όργανα της τέχνης,

Άκμονα και σφύρα και ευποίητη πυράγρα

που με αυτά χρυσό κατεργάζονταν. Ήλθε κι η Αθηνά

τις θυσίες να απαντήση. Και ο γέρων ιππιλάτης Νέστωρ

χρυσόν έδωκε. Εκείνος έπειτα του βοός τα κέρατα περίχευε

με μαστορία, το κόσμημα η θεά να χαρεί ίδουσα.

Το βόδι οδήγησαν από τα κέρατα ο Στράτιος και ο θεϊκός Εχέφρων.

Νερό για χερονίψιμο ο Άρητος με ανθοσκάλιστο λέβητα

τους έφερνε εκ του θαλάμου έλθων, και στο έτερον είχε κριθάρια

μέσα κάνιστρο. Πέλεκυν ο μένων στον πόλεμο Θρασυμήδης

οξύν έχων στο χέρι παρίστατο, το βόδι να κόψει.

Κι ο Περσεύς αιμοδόχον είχεν. Ο δε γέρων ιππιλάτης Νέστωρ

Με χερονίφτι και τα κριθάρια κατέρχονταν, πολλά στην Αθηνά

Ευχόμενος αρχίζοντας, τρίχες της κεφαλής στο πυρ βάλλων.

Κι αφού ευχήθηκαν και τα κριθάρια σκόρπισαν,

αμέσως του Νέστορος ο γιός, ο υπέρθυμος Θρασυμήδης,

το κτύπησε κοντά σταθείς. Κι ο πέλεκυς απέκοψε τους τένοντες

του αυχένος, κι έλυσε του βοδιού το μένος. Έσκουξαν

θυγατέρες και νύμφες και η αιδόμενη σύγκοιτη

του Νέστορος, η Ευρυδίκη, η μεγαλύτερη του Κλύμενου θυγατέρα.

Εκείνοι έπειτα σηκώνοντάς το από τη γη με τις ευρείες οδούς

το κρατούσαν. Τότε το έσφαξεν ο Πεισίστρατος , αρχηγός ανδρών.

Κι από αυτό αφού μελανόν αίμα έρρευσε, άφησε τα οστά ο θυμός (ψυχή),

στο άψε τότε διαμέλιζαν, αμέσως τα μεριά έτεμναν

πάντα κατά το πρέπον, και με λίπος τα κατεκάλυψεν

δίπτυχα ποιήσαντες, κι από αυτών ωμά (κρέατα) έθεσαν.

Τα έκαιε πάνω σε σχίζα ο γέρων, κι επάνω ερυθρό/καυστικό οίνο

Έσταζε. Κι νέοι κοντά σε αυτόν είχαν οβελούς στα χέρια.

Όταν λοιπόν τα μεριά εκάησαν και τα σπλάγχνα έφαγαν,

τεμάχισαν  τότε τα άλλα και σε οβελούς τα πέρασαν,

τα ώπτησαν μυτερούς οβελούς στα χέρια έχοντες.

-τοῖσι δὲ μύθων ἦρχε Γερήνιος ἱππότα Νέστωρ·

“καρπαλίμως μοι, τέκνα φίλα, κρηήνατ᾽ ἐέλδωρ,

ὄφρ᾽ ἦ τοι πρώτιστα θεῶν ἱλάσσομ᾽ Ἀθήνην,

ἥ μοι ἐναργὴς ἦλθε θεοῦ ἐς δαῖτα θάλειαν.

ἀλλ᾽ ἄγ᾽ ὁ μὲν πεδίονδ᾽ ἐπὶ βοῦν ἴτω, ὄφρα τάχιστα

ἔλθῃσιν, ἐλάσῃ δὲ βοῶν ἐπιβουκόλος ἀνήρ·

εἷς δ᾽ ἐπὶ Τηλεμάχου μεγαθύμου νῆα μέλαιναν

πάντας ἰὼν ἑτάρους ἀγέτω, λιπέτω δὲ δύ᾽ οἴους·

εἷς δ᾽ αὖ χρυσοχόον Λαέρκεα δεῦρο κελέσθω

ἐλθεῖν, ὄφρα βοὸς χρυσὸν κέρασιν περιχεύῃ.

οἱ δ᾽ ἄλλοι μένετ᾽ αὐτοῦ ἀολλέες, εἴπατε δ᾽

εἴσω δμῳῇσιν κατὰ δώματ᾽ ἀγακλυτὰ δαῖτα πένεσθαι,

ἕδρας τε ξύλα τ᾽ ἀμφὶ καὶ ἀγλαὸν οἰσέμεν ὕδωρ.”

ὣς ἔφαθ᾽, οἱ δ᾽ ἄρα πάντες ἐποίπνυον· ἦλθε μὲν ἂρ βοῦς

ἐκ πεδίου, ἦλθον δὲ θοῆς παρὰ νηὸς ἐΐσης

Τηλεμάχου ἕταροι μεγαλήτορος, ἦλθε δὲ χαλκεὺς

ὅπλ᾽ ἐν χερσὶν ἔχων χαλκήϊα, πείρατα τέχνης,

ἄκμονά τε σφῦράν τ᾽ εὐποίητόν τε πυράγρην,

οἷσίν τε χρυσὸν ἐργάζετο· ἦλθε δ᾽ Ἀθήνη

ἱρῶν ἀντιόωσα. γέρων δ᾽ ἱππηλάτα Νέστωρ

χρυσὸν ἔδωχ᾽· ὁ δ᾽ ἔπειτα βοὸς κέρασιν περίχευεν

ἀσκήσας, ἵν᾽ ἄγαλμα θεὰ κεχάροιτο ἰδοῦσα.

βοῦν δ᾽ ἀγέτην κεράων Στρατίος καὶ δῖος Ἐχέφρων.

χέρνιβα δέ σφ᾽ Ἄρητος ἐν ἀνθεμόεντι λέβητι

ἤλυθεν ἐκ θαλάμοιο φέρων, ἑτέρῃ δ᾽ ἔχεν οὐλὰς

ἐν κανέῳ· πέλεκυν δὲ μενεπτόλεμος Θρασυμήδης

ὀξὺν ἔχων ἐν χειρὶ παρίστατο, βοῦν ἐπικόψων.

Περσεὺς δ᾽ ἀμνίον εἶχε. γέρων δ᾽ ἱππηλάτα Νέστωρ

χέρνιβά τ᾽ οὐλοχύτας τε κατήρχετο, πολλὰ δ᾽ Ἀθήνῃ

εὔχετ᾽ ἀπαρχόμενος, κεφαλῆς τρίχας ἐν πυρὶ βάλλων.

αὐτὰρ ἐπεί ῥ᾽ εὔξαντο καὶ οὐλοχύτας προβάλοντο,

αὐτίκα Νέστορος υἱός, ὑπέρθυμος Θρασυμήδης,

ἤλασεν ἄγχι στάς· πέλεκυς δ᾽ ἀπέκοψε τένοντας

αὐχενίους, λῦσεν δὲ βοὸς μένος· αἱ δ᾽ ὀλόλυξαν

θυγατέρες τε νυοί τε καὶ αἰδοίη παράκοιτις

Νέστορος, Εὐρυδίκη, πρέσβα Κλυμένοιο θυγατρῶν.

οἱ μὲν ἔπειτ᾽ ἀνελόντες ἀπὸ χθονὸς εὐρυοδείης

ἔσχον· ἀτὰρ σφάξεν Πεισίστρατος, ὄρχαμος ἀνδρῶν.

τῆς δ᾽ ἐπεὶ ἐκ μέλαν αἷμα ῥύη, λίπε δ᾽ ὀστέα θυμός,

αἶψ᾽ ἄρα μιν διέχευαν, ἄφαρ δ᾽ ἐκ μηρία τάμνον

πάντα κατὰ μοῖραν, κατά τε κνίσῃ ἐκάλυψαν,

δίπτυχα ποιήσαντες, ἐπ᾽ αὐτῶν δ᾽ ὠμοθέτησαν.

καῖε δ᾽ ἐπὶ σχίζῃσ᾽ ὁ γέρων, ἐπὶ δ᾽ αἴθοπα οἶνον

λεῖβε· νέοι δὲ παρ᾽ αὐτὸν ἔχον πεμπώβολα χερσίν.

αὐτὰρ ἐπεὶ κατὰ μῆρ᾽ ἐκάη καὶ σπλάγχνα πάσαντο,

μίστυλλόν τ᾽ ἄρα τἆλλα καὶ ἀμφ᾽ ὀβελοῖσιν ἔπειρον,

ὤπτων δ᾽ ἀκροπόρους ὀβελοὺς ἐν χερσὶν ἔχοντες.

τόφρα δὲ Τηλέμαχον λοῦσεν καλὴ Πολυκάστη,

Νέστορος ὁπλοτάτη θυγάτηρ Νηληϊάδαο.

αὐτὰρ ἐπεὶ λοῦσέν τε καὶ ἔχρισεν λίπ᾽ ἐλαίῳ,

ἀμφὶ δέ μιν φᾶρος καλὸν βάλεν ἠδὲ χιτῶνα,

ἔκ ῥ᾽ ἀσαμίνθου βῆ δέμας ἀθανάτοισιν ὁμοῖος·

πὰρ δ᾽ ὅ γε Νέστορ᾽ ἰὼν κατ᾽ ἄρ᾽ ἕζετο, ποιμένα λαῶν.

οἱ δ᾽ ἐπεὶ ὤπτησαν κρέ᾽ ὑπέρτερα καὶ ἐρύσαντο,

δαίνυνθ᾽ ἑζόμενοι· ἐπὶ δ᾽ ἀνέρες ἐσθλοὶ ὄροντο

οἶνον οἰνοχοεῦντες ἐνὶ χρυσέοις δεπάεσσιν». (σ. 417 – 472).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου